Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

περιορίζομαι

υποφέρω, πονώ: ¨με περιόρισε ο πόνος” = με ζόρισε πολύ, ενέργ, περιορίζω.
Δίστιχο: “Ώρες τον κάνει να γελά κι ώρες τον περιορίζει”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Περιορίζω -ομαι = καταπιέζω =ομαι, ἀσχάλλω, ὑποφέρω, ἀγωνιῶ: «μὲ περιώρ’σε ὁ πόνος».

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


Περγιορίζομαι (περιορίζομαι). Φρ. περγιορίστικα ᾿πὸ τὴμ πεῖνα.

Γλωσσάριον – Γ.Χ. Μαραγκός

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!