η

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στο Λευκαδίτικο ιδίωμα!

παπαρώνω

βρέχω τελείως, μουσκεύω.
φράσεις: “εβαστούσα το μωρό και με … παπάρωσε” – “το ψωμί σου επαπάρωσε στο πιάτο …” – “έγινα παπάρα απ΄ τη βροχή”.
Επίθετο: Παπάρας

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Παπαρώνω (Ἰ. pappare) = διαβρέχω, περιρρέω, διαποτίζω.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *