Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

παχτωτής (ο)

μισθωτής κτημάτων, ο σέμπρος
πάχτωση: η αγρομίσθωση.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης

 Παχτωτὴς § ὁ ἀγρομισθωτὴς καὶ πάχτωσις ἡ ἀγρομίσθωσις.

Σημ. Ἂν ἡ λ. δὲν σχετίζηται μὲ τὸ λατ. pactum, πιθανῶς νὰ παράγηται ἐκ τοῦ πακτύω (= στερεόνω) κατ’ ἐκπεσμὸν τῆς ἀρχικῆς σημασίας.

Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *