Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

(ο)λοίσθια

Γνωστή φράση στο χωριό, για κάποιον που “είναι στα τελευταία του”. Ήρτε (ή έφτασε) στα ολοίσθια, να πεθάνει.
Η προέλευση της αρχαίας (πνέει τα λοίσθια – ψυχορραγεί). Την ετυμολογούμε γιατί είναι συνηθέστατη και ιδιωματική, όπως ακούγεται. Και γιατί δείχνει πως η γλώσσα μας είναι ενιαία και εν χρήσει μέχρι τις μέρες μας.
Λοίσθιος λοιπόν είναι αυτός που όπως προείπαμε “είναι στα τελευταία του”. Και συνοδεύεται νεότερα η λέξη με το ρήμα πνέω (το ίδιο χρησιμοποιείται ως αντίθετο: “Δεν (εμ)πνέει καμία ανησυχία” κλπ.).
Δεν είναι εύκολη η ετυμολογία του και στα αρχαία. Αυτό που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω είναι το αρχικό πρόσθετο γράμμα -ο- που κάνει τα λοίσθια, ολοίσθια.
Τα λευκαδίτικα λεξικά (σωστά) δεν καταγράφουν τη λέξη ως μη λευκαδίτικη. Εμείς την καταγράφουμε ως “δική μας” γιατί ενσωματώθηκε στο γλωσσικό μας ιδίωμα.
“Το λεξιλόγιο της ελληνικής γλώσσας”, γράφει χαρακτηριστικά ο Μπαμπινιώτης, “αποτελεί αψευδή μαρτυρία της αδιάκοπης συνέχειας της ελληνικής γλώσσας και του ενιαίου χαρακτήρα της. Κανείς Έλληνας ή ξένος, δεν μπορεί να διακρίνει αν μια σύγχρονη ελληνική λέξη είναι αρχαία, βυζαντινή ή νεότερη ή χρησιμοποιείται συνεχώς από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα (σελ 22 του λεξικού του).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *