Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ντουρέτσα

Ντουρέτσα /ἡ/ (Ἰ. durezza) = τραχύτης, σκληρότης, ἀκαμψία, ἰσχυρογνωμοσύνη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *