Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

νταραγί (το)

γυναικείο φόρεμα του 18ου και 19ου αι. σύγχρονο του σαγιά. Ήταν φόρεμα καλής ποιότητας στολισμένο με ασημόκουμπα. Κανείς όμως δε θυμάται ούτε και το όνομα του φορέματος. Πρόκειται, πιθανόν, για φόρεμα είδους σαγιά, που πήρε το όνομά του από το ύφασμα νταραγί, που ήταν μεταξωτό του εμπορίου, και το φέρνανε από τη Ρωσία, Ιταλία και Συρία. Ίσως, λοιπόν, να ΄τανε φόρεμα των ευκατάστατων γυναικών του νησιού.
Σε προικοσ. του 1817 βρίσκομε:  “ένα νταραγί Μόσκα, μεταξωτό …”. Σε άλλο του 1792: ‘Έτερο νταραγί, άραφο, μπράτσα τέσσερα”. Σε λογαριασμό εξόδων-εσόδων διαβάζομε: “εξόδιασα σε διό νταραγιά κίτρινα τον πεδοπουλόνε λίρες 196″.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *