Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ντακόρντο

Ντακόρντο (Ἰ. d’ accordo) = σύμφωνοι, ἐπακριβῶς, ἁρμονικῶς, συμμέτρως.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *