η

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στο Λευκαδίτικο ιδίωμα!

μ(ου)τσοῦνα

Μουτσοῦνα /ἡ/ (Ἰ. musino) = πρόσωπον δύσμορφον, μοῦτρο, ρύγχος, προσωπίς, μάσκα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *