Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

μουργιάζω

  1. λέγεται κυρίως για τα χόρτα τα βραστά. Σημαίνει δε βράζω καλά. Και πότε δε βράζουν καλά τα λάχανα; α) όταν έχει λίγο νερό η κατσαρόλα και β) όταν τα ρίχνουν μέσα προτού να πάρει βράση το νερό, ή όταν τα βγάνουν απ΄ την φωτιά προτού καλοβράσουν. Τα μουργιασμένα λάχανα τα λένε γρούδια.
    Βαλαωρίτης, Φωτεινός, Β΄:”Κατέβασε τα λάχανα, Θοδούλα, μη μοριάσουν”.
  2. χώνω στο έδαφος αμπελόβεργες, που προορίζονται για “αμπελοφύτι“, για να μην ξεραθούν, ως τον Απρίλη (τις κόβουν Νοέμβρη με Δεκέμβρη), αλλά και για να κινήσουν οι χυμοί τους, να “μουριάσουν”.
  3. μουδιάζω: “εμούδιασαν τα δόντια μου απ΄ το ξινό”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Μουργιάζω (μαργάω) = κακοβράζω εἰς χαμηλὴν θερμοκρασίαν ὥστε νὰ γίνομαι δυσμάσσητος καὶ σκληρὸς (ἐπὶ χόρτων), προφυτεύω ἐγκαρσίως βέργες κλημάτων εἰς τὸ χῶμα ἵνα φυτευθῶσιν ὁριστικῶς τὸ ἑπόμενον ἔτος.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Κακοβρασμένα χόρτα. “Ηπειρώτικος Γλωσσάριον”: μοριάζουν , τα δι΄ ανεπαρκούς ύδατος βρασθέντα χόρτα (63). Το μαργάω του Λάζαρη άσχετο. Ούτε και η μούργα. Και το μοριάζω δεν υπάρχει στα λεξικά. Κι όμως είναι το μουλιάζω (μουσκεύω) με τροπή του -λ- σε -ρ-.

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης


Μουργιάζω = μουδιάζω, τό αἴσθημα πού προκαλεῖται στά δόντια μετά τό φάγωμα ξυνῶν φρούτων.

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!