Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

μοσκιέρα (η)

ψωμιέρα κλεισμένη ολόγυρα με μαγνάδι σήτας, αλλιώς φανάρι ψωμιού.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Μοσκιέρα /ἡ/ (Ἰ. mosca -era) = φρεσκιέρα τροφίμων, ὀψοφυλάκιον ἀερισμοῦ, φανάρι ἀπὸ σήταν.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *