Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

μητιάζω

τρώγω, δοκιμάζω. Όταν, για λόγους στενοχώριας ή κακής ποιότητας φαγητού, δεν το δοκιμάζουμε καν το φαγητό μας. Λέμε: “Δεν το μήτιασα , γιε μου”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Μ(η)τιάζω (μητιάω, Ἰ. mite;) = δοκιμάζω φαγητὸν ἥ λίχνευμα. «δὲν τὸ μήτιασα».

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Ή μυτιάζω. Προκειμένου για αποχή από το φαΐ λέμε: ούτε που το μήτιασα, το δοκίμασα.
Ο Κοντομίχης,, μητιάζω (με η). Ενώ ο Λάζαρης το σχετίζει με το μητιάω (μήτις) και το ιταλικό mite.
Αλλά το ελληνικό μητιάω (μήτις) σημαίνει μελετώ, βουλεύομαι. Ποια σχέση μπορεί να έχει με το μητιάζω; Ενώ πιθανότερος ο συσχετισμός με το μυτιάζω, το οποίο επί πτηνών – κατά το λεξικό- σημαίνει τρώγω το πλήττων αυτό δια του ράμφους. όσο δηλαδή τσιμπάει ένα πουλάκι με το ράμφος του, αλλά ούτε κι αυτό μυτιάζω.

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης


βλ. και μυτιάζω

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 
Click to listen highlighted text!