Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

μέφομαι ή μέβομαι

έχω υπόνοιες για κάτι, παίρνω μυρωδιά κάτι, υποψιάζομαι, υποπτεύομαι. φράση: “Μέμφομαι πως δε θα ΄ρθει”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Μέφομαι (μέμφομαι; μαιεύομαι;) = ὑπονοιάζομαι, ἀντιλαμβάνομαι ὕποπτόν τινα ἐνέργειαν, ἐκμαιεύω νοερῶς ἀπόκρυφον σκέψιν ἢ ἐνέργειαν ἢ γεγονός.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


Μέφομαι § μέμφομαι, νομίζω, ὑποπτεύομαι. Π. μέμφομαι καὶ δὲν ἔρχεται = νομίζω ὅτι δὲν ἔρχεται. – μέφομαι καὶ μ᾿ ἐγέλασε = ὑποπτεύομαι ὅτι μὲ ἠπάτησε.

Σημ. Κατ᾿ ἀφαίρ. τοῦ μ, ὡς τὸ νύφη ἀντὶ νύμφη, ἄπορον δὲ πῶς ἡ λ. μετέπεσε εἰς τὴν σημασ. τοῦ νομίζω. Ὁ Βυζ. παραλ. αὐτήν.

Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *