Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

μάνταλο

μάνταλο: σιδερένιος ἤ ξύλινος λοστός γιά τό κλείσιμο τῆς πόρτας, (ΑΡΧ. μάνδαλος).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *