Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

λ(υ)γόβεργα

Λ(υ)γόβεργα /ἡ/ (λύγος, Ἰ. verga) = λεπτὸν εὐλύγιστον ραβδίον ἐκ λυγαριᾶς.
λυγόβεργα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *