η

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στο Λευκαδίτικο ιδίωμα!

λούρα (η)

η βέργα η λεπτή και ευλύγιστη με την οποία οι παλιοί έδερναν τα άτακτα παιδιά. φράση: “Έφαγα με τη λούρα ξύλο απ΄το δάσκαλο …”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Λοῦρα /ἡ/(λῶρος) = εὐλύγιστον ραβδίον κατάλληλον διὰ ραβδισμὸν ἀνθρώπου. «θ᾿ ἀδράξω κανιὰ λοῦρα».

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *