Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

λειψή (η)

καλαμποκόψωμο του ταψιού, κοινώς ροκίσα. Είναι δύο ειδών: ανεβατή που ζυμωνόταν με προζύμι και η λειψή που γινόταν δίχως προζύμι. Στη λειψή έριχναν μέσα σταφίδες και κανέλα και γινόταν νόστιμη. Έφκιαναν και τηγανίτες ανεβατές και λειψές.
Βαλαωρίτης, Αθανάσιος Διάκος, Γ΄, σχόλια, σημειώνει: “λειψαίς και ανεβαταίς, αι μεν άζυμοι, αι δε ένζυμοι”.

βλ. καί  λειψό

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *