Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

λ(η)γατεύω

Λ(η)γατεύω (Λ. legatum) = προικοδοτῶ μελλόνυμφον κόρην.
(ηγατεύω / λγατεύω

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *