Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

λαβούτο (το)

είδος σωληνοειδούς κουτάλας με λαβή, που το χρησιμοποιούν οι μπακάληδες για να βάνουν σε σακούλες, για ζύγισμα, είδη που έχουν σε τσουβάλια. Το λαβούτο το λένε και σέσουλα, γιατί λέει έχει το σχήμα της νησίδας Σέσουλας στη δυτική Λευκάδα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *