Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

λαβούτι (το)

συσκευή σανιδένια των Αλυκών, στο σχήμα του γνωστού λαβούτου των εμπόρων και μπακάληδων. Κατασκευάζονταν από σανίδες και το χρησιμοποιούσαν οι εργάτες των Αλυκών Λευκάδας για να μετακινούν νερό απ΄ τη θάλασσα στα “τηγάνια” (=αλατοπηγεία) που βρίσκονταν ψηλότερα. Εκτός από το λαβούτι, αυτό το σχετικά μικρό, υπήρχε και μεγαλύτερο που συνδεόταν με σκοινί από στημένα δοκάρια, εν είδει εκριώματος. Εκείνος που το χειρίζονταν λεγόταν λαβουτάρης.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Λαβοῦτι /τὸ/ (Ἰ. levare, levato) = ἐργαλεῖον ἐκ σανίδων ἐξαρτώμενον διὰ σχοινίου ἀπὸ ἰκρίωμα, χρησιμοποιούμενον εἰς τὰς ἁλυκὰς κατὰ τὸ παρελθὸν πρὸς μετάγγισιν θαλασσίου ὕδατος εἰς τὰ ἁλοπηγεῖα τὰ εὑρισκόμενα εἰς ὑψηλοτέραν στάθμην.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *