Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

λάβα (η)

  1. τρόμος, φόβος. Φράση: “Επ΄τα απ΄ αυτό που έπαθα επήρα λάβα”.
  2. υπερβολική ζέστα. Φράση: “Έχει λάβα σήμερα ανυπόφορη” – “Έκαμε λάβα και έκαψε τα σπαρτά”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Λάβα /ἡ/ (λάβρως, Ἰ. lava) = φόβος, τρόμος, φοβία (συνεπείᾳ παθήματος).

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *