Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

λαγοῦμι

Λαγοῦμι /τὸ/ (Τ. λαγήμ, Σ. λαγκοὺμ) = κοίλωμα, ὑπόνομος, κρύπτη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *