Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

λάγανο -α

τα πρησμένα ούλα μεγάλων ζώων, ασθένεια του στόματος μεγάλων ζώων.
Φράση: “Έβγαλε τα λάγανα και δεν μπορεί να φάει”.
Βαλαωρίτης, Αθανάσιος Διάκος, άσμα Γ΄: “Τα λαγανά του αιμάτωσαν …”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Λάγανο /τὸ/ (λείχω, λεῖος;) = φλεγμαῖνον ἔσω οὖλον ὑποζυγίου.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


“Τὰ λάγανά του αἱμάτωσαν (σελ 167, Ἀθ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ).

Τὰ ἔσωθεν τῶν ὀδόντων οὖλα τῶν ἵππων. Ταῦτα ὁσάκις ἐξογκοῦνται ἐμποδίζουσι τὸ ζῷον νὰ βοσκήσῃ.  Τό δὲ νόσημα τοῦτο σημαίνεται διὰ τῆς φράσεως « Ἔχει τὰ λάγανα».

Σημειώσεις Βαλαωρίτη Ἀπαντα – Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Σχόλια στόν Ἀθανάσιο Διάκο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *