Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

λαδόπιτα

ή βασιλόπιτα ή χουσμερή. Δεν είναι ένα απλό γλύκισμα. Πρόκειται για ένα παρασκεύασμα εθιμικό, εορταστικό, που ικανοποιεί ανάγκες θρησκευτικές, μεταφυσικές, πνευματικές, αφού γίνεται με τρόπο τελετουργικό.
Την έφτιαχναν:

  • την παραμονή της Πρωτοχρονιάς και τότε την έλεγαν Αϊβασιλόπιτα
  • σε γάμους και βαφτίσια και την έλεγαν απλά πίτα ή λαδόπιτα
  • σε κηδείες, που την αποκαλούσαν σχώριο.

Ανάλογα με το γλυκαντικό υλικό που έβαζαν μέσα, λέγονταν μελόπιτα (μέλι), ζαχαρόπιτα (ζάχαρη), πεκιμεζόπιτα (πεκιμέζι)

Πώς τη φκιάνουν: Πρώτα βράζουν το πεκιμέζι, το μέλι ή τη ζάχαρη με νερό, μια ώρα περίπου, για να γίνει σιρόπι. Ύστερα κατεβάζουν το γλυκό μείγμα και βάζουν στη φωτιά μια τσέντζερη με λάδι να βράσει. Μόλις αρχίζεει να τσιτσυρίζει, ρίχνουν λίγο – λίγο αλεύρι καθάριο, ανακατώνοντας το καλά με ξύλινη κουτάλα για να μη κάνει το αλεύρι κουλουμπάρια. Μόλις ψηθεί το αλεύρι, αρχίζουν να ρίχνουν μέσα, λίγο, λίγο αό το σιρόπι, που το λένε γλυκό, μέχρι να σωθεί. Κι αν ο χυλός δεν κολλάει στην κουτάλα, συμπεραίνουν πως είναι πια έτοιμος χαλβάς. Ύστερα κοσκινίζουν τα τεψιά με σουσάμι και ρίχνουν τον χαλβά μέσα με ένα κουτάλι μέχρι να γεμίσουν. Το μείγμα το ισιάζουν μ΄ ένα λαδόχαρτο που το στρώνουν με την παλάμη τους. Το κοσκινίζουν ύστερα κι από πάνω με σουσάμι και το κόβουν σε ρομβοειδή φελιά. Σε κάθε φελί βάνουν από μια σφήνα ξεφλουδισμένο μύγδαλο, και το πάνε στο φούρνο.

Η αναλογία κατασκευής:

  • για τη μελόπιτα: 3 ποτήρια μέλι, 3 νερό, 9 λάδι και 1 ζάχαρη, και το ανάλογο αλεύρι με υπολογισμό
  • για τη ζαχαρόπιτα: 4 ποτήρια ζάχαρη, 7 νερό και 6 λάδι και ααλεύρι ανάλογο με το υπόλοιπο για να δέσει
  • για την πεκιμεζόπιτα: 8 ποτήρια πεκιμέζι, 5 νερό, 8 λάδι 1 ζάχαρη και το ανάλογο αλεύρι

Ιδιάιτερη αγάπη έδειχνα μικροί και μεγάλοι και στον χαλβά, το άψητο δηλ.  μείγμα.

Βασιλόπιτα φκιάνουν και στους γάμους, και κατά προτίμηση μελόπιτα. Τη φκιάνουν τη Δευτέρα το πρωί. Τότε οι συμπέθεροι από τη μεριά της νύφης και του γαμπρού ανταλλάζουν μεταξύ τους πίτες. Το ίδιο και συα βαφτίσια, η πίτα ήταν το απαραίτητο και μοναδικό κέρασμα και γλύκισμα. Μα και στη λύπη, μετά τη νεκρώσιμη ακουλουθία στην εκκλησιά, στέκοταν στην πόρτα κάποιος συγγενής με μια κοφοπούλα με την πίτα, που για την περίσταση την έλεγαν σχώριο. Με το σχώριο πρόσφεραν και ρακί, μέσα σε μια τσίτα κι αργότερα μέντα ή κάτι ανάλογο. Μάλιστα καμιά φορά αστιεύονταν με το μακάβριο θέμα κι έλεγαν “που θα μου πας; θα σου φάω την πίτα”.

Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *