Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

κουρκούτη (η)

  1. θερμαντικό έδεσμα από ντόπιο σιτάλευρο με ολίγους κόκκους σιταριού μέσα.
    Για την παρασκευή της κουρκούτης βράζουν σιτάρι, το σουρώνουν και μέσα στο σταρόνερο, που αφήνουν αρκετούς κόκκους, ρίχνουν καθάριο αλεύρι και το ανακατεύουν μέχρι να γίνει πλήρης πολτός χωρίς “κουλουμπάρια“. Στο μείγμα ρίχνουν και λίγο λάδι, κι αφού βράσει καλά και πάρει τρία “μπούγια“, το κενώνουν στα πιάτα, ρίχνοντας στο καθένα ζάχαρη, κανέλα και μέλι. Το σιτάρι που μένει το φκιάνουν σπερνά.
    Κουρκούτη φκιάνουν όταν γιορτάζει κανείς ή όταν έχει πανηγύρι το χωριό. Κουρκούτη φκιάνουν κατά τα έθιμα και στις 21 Νοεμβρίου εορτή της Παναγιάς της Μισοσπορίτισσας.
  2. μτφ.: κάθε πολτοποιημένο σκεύασμα.

Σε θεραπευτική συνταγή γιατροσοφιού διαβάζομε: “περί εκείνου οπού εβγαίνει: Να πάρεις μέλι άβραστον και αλάτι ψιλό, να το ανακατώσει, να γένει κουρκούτι και να το πλακώσει καλά να το δέσει και ιάται”.
φράση: “Όποιος καεί στην κουρκούτη, φυσάει και τη γιαούρτι”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Κουρκούτη /ἡ/ (Ἀ. Τ. γουργοὺτ) = πολτὸς ἐγχωρίου σιταλεύρου μετ’ ἀραιῶν κόκκων σίτου βεβρασμένος εἰς ζωμὸν σίτου, τρωγόμενος μὲ προσθήκην ἐλαίου καὶ ἐπίπασιν ζακχάρεως καὶ κανέλλας.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


Ο Δημ. Κατωπόδης περιγράφει και  ετυμολογεί τη λέξη “κουρκούτι” σε άρθρο του σχετικά με τα έθιμα της Καρυάς (και της Λευκάδας) στην εφηερίδα ΗΧΩ της Λευκάδας, αρ. φύλλου 61.
Κουρκούτι, το, μεσ. κουρκούτι, αγνώστου ετύμου (Ανδριώτης).
ΚΟυρκούτη, η, δημ. πολτός αλεύρου βεβρασμένος τρωγόμενος μετά μέλιτος ή εψήματος (Δημητράκος).
Αντί για μέλι χρησιμοποιείται και ζάχαρη.

Καρσάνικα, ΗΧΩ της Λευκάδας – Δημ. Κατωπόδης


Κουρκούτη § ἔδεσμά τι δι’ ἀλεύρου, σίτου καὶ ἐλαίου γινόμενον. Μ. Σύγχυσις, ἀταξία. Π. ἐγινήκαμε κουρκούτη δηλ. ἄνω-κάτω. – τὸ κεφάλι μου ἔγινε κουρκοῦτι δηλ. ἀσκοτίσθη. Ἐκ τούτου καὶ τὸ ῥῆμα κουρκουτιάζω = σκοτίζομαι, συγχέομαι. ΚΝ.

Σημ. Ἡ λ. εὑρίσκεται παρὰ τῷ Σχολ. τοῦ Ἀριστοφ. «ἀθάρα λέγεται ἡ ἰδιωτικῶς λεγομένη Κουρκούτη» (Πλοῦτ. 673).

Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 
Click to listen highlighted text!