Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

κ(ου)φάλα

Κ(ου)φάλα /ἡ/ (κοῦφος) = τὸ κοῖλον τοῦ κορμοῦ γηραιοῦ δένδρου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *