η

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στο Λευκαδίτικο ιδίωμα!

κορίτος (ο)

ένα σκεύος μέσα στο οποίο βάνουν το νερό να πίνουν οι κότες.
φράση: “αγγειό είναι αυτό ή κορίτο;” λέμε για τα ακάθαρτα και μισοσπασμένα σκεύη.
Όταν κανείς ρεύεται ή έχει λόξυγγα του φωνάζουν “κορίτος”, δηλ. πιες νερό από κορίτο.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Κορίτος /ὁ/ (Σλ. Σ. κορύτο, Ἀλ. κορίτε-α) = τὸ σκεῦος ὅπου τοποθετεῖται ὕδωρ πρὸς ποτισμὸν τῶν ὀρνίθων (συνήθως τεθραυσμένον καὶ ἀκάθαρτον ἀγγεῖον ἀκατάλληλον πρὸς πᾶσαν ἄλλην χρῆσιν). «εὐτὸ παιδί μ’ δὲν εἶναι ἀγγειό, εἶναι κορύτος».

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *