Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

κομπιάζω -ομαι

κάνω κόμπο σε σκοινί, σπάγκο, κλωστή κ.λπ.
δυσκολεύομαι να καταπιώ κατά τη διάρκεια του φαγητού: “Εκομπιάστηκα, δώσ΄ μου λίγο νερό να πιω”
τα χάνω κατά την ομιλία μου, μπερδεύομαι, σταματώ αμήχανος: “Εκομπιάστηκα, δεν ήξερα τι να πω παρακάτω”.
Ως πρόληψη – μαγγανεία: όταν ήθελε κάποιος να αμποδέσει ένα αντρόγυνο για να μην μπορεί να εκπληρώσει τα συζυγικά του καθήκοντα του έκανε μάγια: κατά την ώρα του στεφανώματος, κόμπιαζε μια κλωστή τρεις φορές, λέγοντας: “κομπιάζω, δένω / και το γαμπρό μποδένω”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Κομπιάζω (κόμβος) = δένω εἰς κόμβον, περιπλέκω, παθαίνω δυσφρασίαν ἢ δυσκαταποσίαν.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!