Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

καβαλλάρης (ο)

η κορυφή, σε οριζόντια γραμμή της κεραμοσκέπαστης στέγης.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Καβαλλάρης /ὁ/ (Ἰ. cavallaro) = ἡ κορυφὴ τῆς κεραμοσκεποῦς στέγης.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης


καβαλλάρης (ὁ): 1) τό κεντρικό δοκάρι τῆς στέγης
2) κεραμίδι, καλυ­πτῆρας,  (ΛΑΤ. caballarius = ἱππέας).

Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 
Click to listen highlighted text!