Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

καβαλικαδούρα

το καβαλίκευμα, το να πάει κανείς με το άλογο “επ αμοιβή” (με τον αγωγιάτη του μαζί) κάπου, π.χ. σε εντεταλμένη υπηρεσία, όπως εδώ. Σημαίνει επίσης το ποσόν των εξόδων για τη μετάβαση με ζώο.

Και καβαλικάντα.

Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *