Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

καρτέρι (το)

ενέδρα, παραφύλαξη: “Του έστησε καρτέρι και τον σκότωσε”. – “Της έστησε καρτέρι και την πρόσβαλλε”. “Καρτέρι για τα πουλιά ή τα ζώα γενικά: “Είναι καλό καρτέρι εκεί για τα τρυγόνια”, “για τους λαγούς” κ.λπ. “Την χτύπησε στο καρτέρι την αλεπού”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης

Καρτέρι § φυλακή, δεσμωτήριον. ΚΝ.

Σημ. Ὁ Βυζ. κατατάσσει τὴ λ. κακῶς ἐν τῇ σειρᾷ τῶν Ἑλληνικῶν, διότι αὕτη δὲν εἶναι, εἰμὴ τὸ Ἰταλικὸν carcere.

Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *