Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

καρίκι

Καρίκι, § τεμάχιον ξηρᾶς κολοκύνθης, δι᾿ οὗ συνάγουσιν ἀπὸ τῆς σκάφης τοῦ ἐλαιοτριβείου τὸ ἔλαιον.

Σημ. Ἐκ τοῦ κάρα, διὰ τὸ σχῆμά του.

Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου


«Θὰ σπάσῃ τὸ καρίκι» (σελ. 293, Φωτεινός, ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟΝ).

Σκληρὸν ἐξώφλοιον ἐν γένει, ἐνταῦθα σημαίνει τὀ ἐξωτερικὀν περίβλημα τοῦ βόμβυκος τοῦ μεταξοσκώληκος

Σημειώσεις Βαλαωρίτη Ἀπαντα – Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Σχόλια στόν Φωτεινό

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *