Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

καναλίζω -ζει

  1. ξεπλένω ρούχα, που σαπουνίστηκαν πρωτύτερα.
  2. φυσάει δροσερός αέρας το καλοκαίρι το καλοκαίρι και τσουχτερός το χειμώνα. “Το καναλίζει φοβερά ο γραίος”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Καναλίζω (Ἰ. cannella) = ἡ ὑπὸ τὸν ὁριζόντιον σωλῆνα ἀπορροῆς ὀπισχοδρόμησις τοῦ ὕδατος πρὸς τὴν βάσιν τοῦ σωλῆνος, ξεπλύνω μὲ καθαρὸν ὕδωρ, ξεβγάνω τὰ πλυθέντα διὰ σάπωνος ροῦχα.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 
Click to listen highlighted text!