Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

καλαμοβύζω

η γίδα ή το πρόβατο που έχει μακριές ρόγες στα μαστάρια της.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης

Καλαμοβύζω (ἡ), § ἡ αἶξ, ἡ ἔχουσα μαστοὺς ἐπιμήκεις.

Σημ. Ἐκ τοῦ κάλαμος καὶ βυζὶ = μαστός.

Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 
Click to listen highlighted text!