Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

κακονιός -ιά και κακονηὸς -ὰ

ο άσκημος, ο γερομπασμένος, ο καχεκτικός.
“Α, είναι νια κακονιά, να σ΄πω! … Ένα θέατρο και μισό”. – “Κακονιός ήτανε απ΄ τα νιάτα του”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Κακονηὸς -ὰ (κακὸς-νέος) = ἀτροφικός, ἀσθενικός, ἐστρημένος, νεανικῆς ἐμφανίσεως.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *