Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

κ΄τουπώνω (κουτουπώνω)

  1. επιτίθεμαι βίαια με σκοπό να ασελγήσω σε γυναίκα. φράση: “μωρέ έδωκε-επήρε στο τέλος τ΄ν εκουτούπωσα”
  2. αρπάζω και γλήγορα φεύγω. “Επήρε ο γιος μου όλ΄ τ΄ μορταριά τση γ΄τονιάς, και πάει το γλυκό μ΄, το εκτπώσανε”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Κ(ου)τουπώνω (ἐκτόπως) = ἐπιτίθεμαι πρὸς ἀσέλγειαν: «τ’ν ἐκτούπωσε».

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 
Click to listen highlighted text!