Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

κ΄ρεμάδια (κουρεμάδια) (τα)

φράση: “Άει στα κρεμάδια”, δηλ. χάσου από δω, φύγε από μπροστά μου, άντε να κουρεύεσαι.
Σε περίπτωση θανάτου, δηλοί ένδειξη συμπαράστασης: “Μπα, μαρή κ΄ρεμαδιασμέν΄, τι σ΄ ηύρε!” – “Μπα, κ΄ρεμάδα μ΄τι έπαθες!” Ίσως επειδή λόγω θανάτου κούρευαν τα μαλλιά τους, έσκιζαν τα μάγουλά τους και έσκουζαν.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Κ(ου)ρεμαδιὰ /ἡ/ (κούριμος) = γυνὴ κουρευμένη, πτωχή, ταλαίπωρος.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!