η

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στο Λευκαδίτικο ιδίωμα!

γραπώνω

Απ, σε γράπωσα (ξαφνικά).
Από το ιταλικό grappare (Ανδριώτης). Αλλιώς σε τσάκωσα.
Κατά τη γραμματική είναι ρήμα μεταβατικό, που σημαίνει πιάνω κάτι ή κάποιον με απότομη κίνηση του χεριού, αρπάζω.
Σχετικό είναι και το τσακώνω. Λένε συνήθως γραπώνομαι από κάπου, πιάνομαι να μη πέσω. Ετυμολογικά, είναι μεταφορά στην Ελληνική του ιταλικού (όπως αναφέραμε) grappare. Γκράπα θα πει γάντζος (Μπαμπινιώτης).
Οι Λάζαρης και Κοντομίχης, δεν το έχουν, μολονότι πολύ εύχρηστο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *