η

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στο Λευκαδίτικο ιδίωμα!

γουλιά (η)

η ρουφηξιά – μια γουλιά νερό, κρασί κλπ. “Δώσε του παιδιού δυο γουλιές γάλα” – “Έπια δυο γουλιές νερό και συνήρθα”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης

Γουλὶ καὶ γουλιὰ λέγεται ἡ ὕλη ἣν ἐμῶσι τὰ βρέφη, καὶ γλιόχρασμά τι δι᾿ οὗ αἱ γυναῖκες ἀλείφουσαι τὸν δάκτυλον ἐμβάλλουσιν εἰς τὸ στόμα τῶν νηπίων. Φρ. ἔφαγε δυὸ γουλιαῖς – ἔστρεψ᾿ ἕνα γουλί. (Γουλὶ = ὕλη. Δωρ. οὔλη καὶ διὰ F γούλη).

Γλωσσάριον – Γ.Χ. Μαραγκός

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *