Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

γλυστήρι (το)

το κλύσμα, το υγρό που εισάγουμε με τον κλυστήρα στην κοιλιά των ανθρώπων και ζώων για καθαρισμό: “Όταν θέλει να βάλει του ασθενή γλυστήρι: Έπαρε δύο πιάτα πίτουρο και πλύνε τα πέντε νερά και το νερό εκείνο, οπού τα πλύνεις τες 5 φορές να το στραγγίξεις καλά. Έπειτα βάλε τα εις χαλκώματα και βάλε δυο σταμνόπουλα νερό γλυφόν και βάζε τα να βράσουν καλά. Κατέβασέ τα και σούρωσε τα με ένα μαντήλι ψιλόν. Και εις το βρασμένο νερό βάλε μέσα έως ένα καρύδι προζύμι και μίαν χερίαν άλας  και κάμε τα να αναλύσουν. Έπειτα βάλε ένα ποτήρι λάδι καθαρόν και να είναι αυτό το νερό ζεστό, και βάλε το γλυστήρι του ασθενή δεχόμενον και θέλει θαυμάσεις εις την ενέργειαν, οπού θέλει να κάμει”. (Η λαϊκή ιατρική στη Λευκάδα, σςλ 138/50).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *