Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

γενειάζω

«… γενειάζει ἐκεῖ βαθειὰ βαθειὰ κ΄ ὑφαίνει τὸν πλοκό του» (σελ. 183, ἈΘ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟΝ)

Γενειάζει ἐπὶ τῶν φυτῶν, ὅταν βάλλωσι τὰς πρώτας οἱονεὶ τριχωειδεῖς ῥίζας. Ἐπὶ κισσοῦ, ὄταν προσκολλᾶται διὰ τῶν ἐλαστικωτἀτων νεύρων, ἅτινα ἀναφύονται ἐκ των ἀπείρων αὐτοῦ γονάτων.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *