Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

γαϊδάρα και γαϊδοῦρα (η)

ξύλινος πάγκος με δύο επικλινείς προς το κέντρο, δεξιά και αριστερά επιφάνειες, ώστε να σχηματίζεται αυλακώδης, προς τα κάτω, κλίση του πάγκου.
Πάνω σε αυτόν έριχναν τα ασκιά του κρασιού ή λαδιού με τη μουσούδα προς τα κάτω, για να στραγγίζουν μετά το άδειασμα τους. τέτοιες γαϊδάρες είχαν τα οινοπωλεία-ταβέρνες και τα καταστήματα αγοράς λαδιού. Το υγρό που κυλούσε έπεφτε σ΄ ένα τοποθετημένο από κάτω δοχείο.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Γαϊδοῦρα /ἡ/ (ἀεὶ-δέρω, δαρός, δηρός, Α. γαϊζὰρ) = τὸ θῆλυ τοῦ ὄνου, εἰδικὸν τραπέζιον μὲ δίεδρον κοίλην κατωφερῆ ἐπιφάνειαν ἐπὶ τῆς ὁποίας τοποθετεῖται μὲ τὸ στόμιον πρὸς τὴν κατωφέρειαν ὁ πρὸς ἐκκένωσιν ἀσκὸς οἴνου, ἐλαίου κ.τ.τ.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *