Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

γ΄ζάρω (γουζάρω)

γζάρω
ταπώνω το γέμισμα εμπροσθογενούς όπλου με την τάπα.
Πιέζω την τάπα με σιδερόβεργα. τη λέξη χρησιμοποιούν οι κυνηγοί.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Γ(ου)ζάρω (Ἰ. gozzo, Π.Τ. γουζὲ) = καλύπτω τὴν γόμωσιν ἐμπροσθογεμοῦς ὅπλου διὰ τοῦ βύσματος, πιέζω τὸ βύσμα τῆς γομώσεως διὰ τοῦ ὀβελοῦ.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *