Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

φελὶ

Φελὶ /τὸ/ (φύλλον, Ἰ. offela) = ρομβοειδὲς τεμάχιον ἐγχωρίου πλακοῦντος (πίττας, βουτυροψώμου κ.τ.τ.).

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης  


Ένα φελί πίτα. Είναι το μεσαιωνικό οφέλλιον, από το λατινικό offella. Η καλύτερα κατά την ετυμολογία του Κοραή, (Άτακτα, Ι, 78): “Αντί του κομμάτιν, έλεγαν και λέγομεν ακόμη φελίν ή φελί από το των λατίνων το  ofela ή offela, υποκοριστικό του offa σημαίνοντος το κομμάτιον (Στα ιταλικά  offa σημαίνει είδος πίτας, γλυκίσματος). Κι εμείς το φελί το λέμε ειδικά για το κομμάτι της λαδόπιτας.

 

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *