Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

φ΄ντωσά (η)

η φουντωσά. Το άνω και το κάτω κυκλικό κλείσιμο (πάτος – καπάκι) των βαρελιών
“Πήρα μάστορα να μου αλλάξει τη φντωσά του βαγενιού” – “Το βαρέλι είναι ξεφούντωτο”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Φουντωσὰ /ἡ/ (Ἰ. fondaccio) = πυθμήν, ἑκάτερος τῶν κυκλοτερῶν ἀβάκων τοῦ ξυλίνου βυτίου.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *