Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

έκοψε (του κόβω)

Ο αόριστος χρησιμοποιείται με τις εξής σημασίες:

  1. “Έκοψε το αυγό” της σούπας, ‘έκοψε το κρασί” = ξίνισε, “έκοψε το γάλα” = χάλασε, ξίνισε.
  2. “Έκοψε το μουλάρι” = έκοψε το σκοινί του κι έφυγε. Έκοψε δρόμο κ.α.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ἔκοψε (κόπτω, «κόβω»). λέγεται πρὸς δήλωσιν χημικῆς ἀποσυνθέσεως ὑγρῶν κατὰ τὴν ζύμωσιν:  «ἔκοψε τὸ κρασί», «ἔκοψε τὸ γάλα», ὡς καὶ πρὸς δήλωσιν βιαίας ἀπαλλαγῆς ζῴου ἀπὸ τῶν δεσμῶν· «ἔκοψε τὸ γαϊδοῦρι, ἔκοψε ἡ γίδα».

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης


Ἔκοψε = χάλασε, γιά τό γάλα καί τό κρασί, ἀλλά καί γιά τό φαγητό, ὅταν εἶναι ἀλλοιωμένο, ἔκοψε τό γάλα (χάλασε τό γάλα).

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *