Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Δριμόχολο (το)

ξαφνικός ΒΔ άνεμος.
Βαλαωρίτης, Αθανάσιος Διάκος Γ΄: “Δριμόχολο, τρομάρα”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Δριμόχολο /τὸ/ (δριμὺς-χόλος) = Βορειοδυτικὸς αἰφνίδιος ἄνεμος κατὰ τὸν χειμῶνα.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης


“Δριμόχολο, τρομάρα” (σελ. 162, Ἀθ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟΝ).
αἰφνίδιος, ὁρμητικώτατος βορειοδυτικός ἄνεμος, ἐπικίνδυνος ἐν θαλάσσῃ καὶ καταστρέφων τοὺς  καρποὺς τῆς γῆς.

Σημειώσεις Βαλαωρίτη Ἀπαντα – Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Σχόλια στόν Ἀθανάσιο Διάκο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *