Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

δεκότο ή ντεκότο (το)

τονωτικό φάρμακο ή ποτό, το ζεστό ζουμί βρασμένων βοτάνων.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Δεκότο /τὸ/ (Ἰ. decotto) = ἰατρικὸν ἀφέψημα, τονωτικὸν πόμα, τονωτικὸν ὑγρόν ἐσωτερικῆς λήψεως.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *