Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

δαμασκένιο (ή δαμάσκο ή δαμασκηνό)

ύφασμα ομώνυμο, μεταξωτό κυρίως, που ερχόταν από τη Δαμασκό.
Σε προικοσύμφωνο του 1825 (χωριό Πόρος) βρίσκομε: “Τσουμπές δαμασκηνός, γαλάζιος με χρυσογάιτανα”. και σε χειρόγραφο του 1754 (Ιστορικό αρχείο της Λευκάδας) λογαριασμός εσόδων-εξόδων: “…ένα κοντέσι δαμασκένιο και ποδιά παρόμοια …” (Τα γεωργικά της Λευκάδας, σελ 224).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 
Click to listen highlighted text!