Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Χ

χούνη

Χούν(η) /ἡ/ (χοάνη, Ἀλ. χόν-ι) = μικρὸν βαθύπεδον, τόπος χθαμαλὸς χωρὶς θέαν καὶ ἀερισμόν.

χούρχα (το)

ξερόφυλλα για προσάναμμα φωτιάς Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χοῦρχρα = κλαδάκια, ἤ φύλλα ξερά πού ἀποτελοῦν σκουπίδια καί τά χρησιμοποιοῦν γιά προσάναμμα τῆς φωτιᾶς. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

χούφταλο

Γέροντας καταβεβλημένος (μειωτικό). Με αντιμετάθεση (αλλαγή θέσεως φθόγγων), από το φούχταλο. Αναλυτικότερα: Από το ρήμα κύπτω, σκύβω, σκύφτω, έχομε κούφταλο, χούφταλο και φούχταλο (πρβλ. χούφτα, φούχτα). Γνώρισμα του γέροντος είναι συνήθως η κύρτωση (σκυφτός από χρόνια). Κοίτα πώς έγινε, χούφταλο, δεν έχει ανάκαρα (από το ανάκαρδα, απρόθυμα, αδύναμα).

χριστιανὸς -ὴ (χσιανὸς)

Χ(ρι)στιανὸς -ὴ λέγεται συνήθως, ἀντὶ τῆς λέξεως ἄνθρωπος: «ποῦ ξεκίνσε ὁ χστιανὸς μὲ τέτοιον καιρό!», ἢ ὡς κλητικὴ προσφωνήσεως ἐκδηλωτικὴ συμπαθείας ἢ παραπόνου: «ἔλα χστιανέ μ’ μέσα μὴ βρέχεσαι», «τί θέλς χριστιανέ μ’ ἀπὸ μένα καὶ μὲ φορτώνεσαι;».

Χριστίνα (η)

το βολβοειδές φυτό υάκινθος, κοινώς ζουμπούλι. Λέγεται Χριστίνα γιατί ανθίζει τα Χριστούγεννα. Τα άνθη της είναι ποκιλόχρωμα και έχουν μορφή τσαμπιού. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χριστίνα = ζουμπούλι, ὀνομάζεται ἔτσι γιατί ἀνθίζει τά Χριστούγεννα (ὑάκινθος). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

χρυσόξυλο (το)

το φυτό θάψος. Σε συνταγή γιατροσοφιού ( Η λαϊκή ιατρική στη Λευκάδα, σελ. 67), βλέπομε: “χρυσόξυλο ξύλλα κοπάνισε και βγάλε τον ζουμόν και λάδι και βάλτα αντάμα εις ένα αγγείον εις τον ήλιον, ως να λαγάρει. Ύστερα κοπάνισε φύλλα κυπαρίσσι και πεπέρι μαύρο ανακάτωσέ το αντάμα και βάλτα εις τον . . . Περισσότερα

χτενάκι

είδος άγριου βρώσιμου χόρτου. Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

χτενάς (ο)

ο τεχνίτης που κατασκεύαζε χτένια για τον αργαλειό Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

χτένι

Χτέν(ι) /τὸ/ (κτεὶς) = λεπτὸς σάν χτένι, ἰσχνός, τὸ ὀστοῦν τῆς ὠμοπλάτης. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης το κοινό χτέενι για το χτένισμα των μαλλιών, το χρησιμοποιούσαν και για το χτένισμα του λωναρισμένου λιναριού, τοποθετώντας το πάνω σε ένα πλαστήρι. Το χτενισμένο λινάρι είναι πλέον ολοκάθαρο και μαλακό. Από τη . . . Περισσότερα

χτένισμα (λιναριού)

διαδικασία στην επεξεργασία του λιναριού. Γινόταν μετά το λωνάρισμα, πάνω σ΄ ένα πλαστήρι με τη συνηθισμένη χτένα των μαλλιών. Είναι η τελευταία περιποιήση πριν το γνέσουν. Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της Λευκάδας” του Πανταζή Κοντομίχη

χτικιό

φυματίωση Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της Λευκάδας” του Πανταζή Κοντομίχη

χτούριο (το)

μεγάλο εντυπωσιακό σπίτι, κτήριο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χτούριο /τὸ/ (κτίριον) = οἴκημα ἀσυνήθους μεγέθους διὰ τὸ περιβάλλον του. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χυμάω

Χυμάω (χῦμα, χυμάω) = ἐπιτίθεμαι ἀκάθεκτος, χύνομαι ἐναντίον τινός. βλ. και χουμάω Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Ορμάω. Εύχρηστος ο αόριστος. Εχύμ(η)σε ο σκύλος ή ο άνθρωπος εξαγριωμένος. Και χουμίζω. Ετυμολογείται πιθανότατα από το αρχαίο χύμα, πλημμμύρα (ρήμα χέω), (Μπαμπινιώτης). Σε μεσαιωνικό κείμενο (“Ιμπέριος και Μαρφαρόνα” στ. 544 διαβάζουμε: . . . Περισσότερα

χυμὸς

Χ(υ)μὸς /ὁ/ (χέω, χύνω) = ὀπός, διάρροια, εὐκοιλιότης: «τὸν πάει χ(υ)μός».

χύνομαι

Χύνομαι (χέω) = ἐκχύνομαι, ὁρμῶ ἀκάθεκτος. (β. λ. χυμάω, χουμάω). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Χύνω καί χύνομαι = ἐξορμῶ ἀκάθεκτος, ρίχνομαι ἐναντίον κάποιου. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

χύστο

Χύστο /τὸ/ (κύσθος) = τὸ γυναικεῖον αἰδοῖον. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Χύστο = αἰδοῖο, λέγεται ἔτσι γιά νά ἀποφευχθεῖ ἡ ἄσεμνη ὀνομασία. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

χωματίδα (η)

το ψάρι, γνωστό ως γλώσσα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χωματίδα /ἡ/ (χῶμα -ατὶς) = ὁ πλαγιόστομος ἰχθῦς γλῶσσα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χωματίζομαι

Χωματίζομαι (χῶμα, κῶμα) = προσλαμβάνω ὄψιν γαιώδη, χάνω τὴν χροιὰν τῶν ζώντων, περιέρχομαι εἰς κῶμα καὶ λήθαργον θανάτου.

χώρα

Χώρα πόλις πρωτεύουσας ἐπαρχίας. Ἐκ τούτου ὁ Χωραΐτης.  Σημ. Ὁ Βυζ. παραλείπει τὴν σημασίαν ταύτην.

χωραΐτης

Χωραΐτης ὁ ἐκ τῆς πόλεως πρὸς διαστολὴν τῶν ἐν ταῖς κώμαις οἰκούντων, οὓς χωριάτας καλοῦμεν. ἰδ. χώρα

Click to listen highlighted text!