η

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στο Λευκαδίτικο ιδίωμα!

Όλες οι λέξεις στο Τ

τυλιγάδι (το)

ξύλινο διχαλωτό στις δύο άκρες του ραβδιού – το λένε και φουρκέτα – στο οποίο τυλίγουν το νήμα από τα αδράχτια. Το γνέμα που μαζεύεται μ΄ αυτό τον τρόπο, από διχάλα σε διχάλα, το λένε ματσέτα, κούκλα ή φκερωσά. βλ. τηλιγάδι Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Τυλιγγάδι ξυλίνη . . . Περισσότερα

τυλίχτρα (η)

σύνεργο του διασιδιού. Είναι ένα αντί του αργαλειού, πάνω στο οποίο τυλίγεται το νήμα-στημόνι της διάστρας. Όταν δηλ. αδειάσουν τα καλάμια, μεταφέρουν το νήμα απ΄ το σκαμνί στο αντί: η γυναίκα πιάνει και κομπιάζει τις άκρες των κλωστών στο αντί και αρχίζει κατόπιν να το γυρίζει. Με το γύρισμα τραβιέται . . . Περισσότερα

τυλώνω

σκληρύνω. “Ετύλωσαν οι φλέβες μου”. Λέγεται και για τα πολύ γεμάτα ασκιά και για την κοιλιά των ανθρώπων και ζώων. “Την ετύλωσε για καλά” ΒΑΛ. Φωτεινός, Α΄: “Ο ήλιος του φθινόπωρου του ρόδιζε την όψη / ετύλλωνε τη φλέβα του, του πύρωνε τα χείλη”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – . . . Περισσότερα

τυπάρι

κομμάτι κερί που έχει το σχήμα αγγείου που χύθηκε μέσα Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της Λευκάδας” του Πανταζή Κοντομίχη

τυρόπιτα ή κουλούρα

παρασκευάζεται  κυρίως της Τυροφάγου, την Κυριακή προς την Καθαρά Δευτέρα. Τα φύλλα από αλεύρι περιέβαλαν το τυρί, ενώ αλείφονταν με βούτυρο και στο επάνω φύλλο έβαζαν αυγό στυπημένο.

τυροτρίφτης

κουζινικό σύνεργο για το τρίψιμο του τυριού. Καμιά φορά έτριβαν και κολοκύθια. Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

τυφλίτης

φίδι βραδυκίνητο, χωρίς δηλητήριο. Η βραδυκινησία του, οφείλεται – κατά τη λαϊκή αντίληψη – στο ότι δε βλέπει καλά ή καθόλου. Μόνο τα Σάββατα – λένε – βλέπει ο τυφλίτης. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Τ(υ)φλίτ(η)ς /ὁ/ (τυφλῖνος) = ἀνιοβόλος ὄφις βραδυκίνητος μὲ μικροτάτους ὀφθαλμούς. (τοῦτον πρόληψις . . . Περισσότερα

τυφλός (μτφ)

«Γλυκἀ στἀ βλέφαρά μου νοιώθω τὸ χέρι τοῦ τυφλοῦ …” » (σελ. 322, Φωτεινός, ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ). Ὀ ὕπνος φράσις: Νοιώθω τὸ χέρι τοῦ τυφλου:  νυστάζω

τυχαίνει

Τυχαίνει § πρέπει, ἁρμόζει. Π. λεβέντη μ᾿, δὲ σοῦ ᾿τύχαινε νὰ κατεβῇς ᾿ς τὸν Ἅδη (ᾎσμ. 20). Σημ. Ὁ Βυζ. παραλ. τὴν σημασ. ταύτην.